Ο Ramen κοίταξε κατάματα τον αντίπαλό του. Ο Σκουπιδιάρης τους είχε αιφνιδιάσει. Η Eva και ο Lix κείτονταν στο χώμα ματωμένοι (και ήλπιζε όχι νεκροί), αβοήθητοι. Ο Σκουπιδιάρης, μια βρώμικη μορφή με μακριά μισό μέτρο νύχια, άρχισε να κινείται περιμετρικά γύρω του. Κουρέλια κάλυπταν το μελανιασμένο και γεμάτο με πύο σώμα του. Σαν ένδειξη επιθετικότητας έβγαζε την γλώσσα του, ένα μαυροκόκκινο πράγμα, που κατέληγε σε διχάλα. Έκανε ήχους σαν να πνίγεται κάποιος. Του Ramen του φάνηκαν σαν ένα είδος ομιλίας. Γκάααααλπ! Γλούουουουπ! Χάααακ! Γκρούουουουλ!
Ξαφνικά ο Σκουπιδιάρης επιτέθηκε. Επιτέθηκε σαν παράφρονας που τον έχει τυφλώσει το μίσος. Χωρίς καμία στρατηγική, χωρίς κανέναν αντιπερισπασμό, χωρίς κανένα δείγμα λογικής. Άνοιξε τα χέρια του με τα τεράστια νύχια τους στην διάταση και όρμισε στον Ramen σαν καμικάζι που θέλει να αυτοκτονήσει.
Ο Ramen ήταν έτοιμος για αυτό. Ήξερε ότι οι Σκουπιδιάρηδες είναι ηλίθια στην καλύτερη περίπτωση πλάσματα, που εύκολα τα διακατέχει τυφλό μίσος. Εκείνος όμως, ήταν μαχητής εκ γενετής. Έκανε ένα μεγάλο βήμα πίσω με το δεξί του πόδι ώστε να αποφύγει το θανάσιμο, τυφλό χτύπημα του Σκουπιδιάρη. Ο Σκουπιδιάρης πέρασε με ορμή ελάχιστα χιλιοστά δίπλα του από την δεξιά μεριά. Ο Ramen που είχε ήδη βγάλει την «ερινύα» έξω (ένα φονικό μαχαίρι που είχαν όλοι οι Ντελίριοι μαχητές), το βύθισε στα βρώμικα πλευρά του Σκουπιδιάρη που περνούσε με φόρα από δίπλα του. Ο Σκουπιδιάρης ούρλιαξε, αλλά δεν υπήρχε ίχνος έκπληξης στην κραυγή του. Οι κραυγές του έγιναν πιο τσιριχτές και πιο πολλές. Χωρίς να περιμένει να ολοκληρώσει το ουρλιαχτό του, ο Ramen τράβηξε έξω την ερινύα και την ξαναβύθισε αυτήν την φορά στον σβέρκο του Σκουπιδιάρη. Ένα πηχτό μαυροκόκκινο πράγμα σαν αίμα ανάβλυζε ήδη από το δεξί πλευρό του Σκουπιδιάρη. Με το δεύτερο χτύπημα δημιουργήθηκε ένα μικρό σιντριβάνι στον σβέρκο του Σκουπιδιάρη, ο οποίος έπεσε με το βρώμικο, γλοιώδες πρόσωπό του στο χώμα, παίρνοντας μαζί και την ερινύα του Ramen. Και εκεί έμεινε ακίνητος. Δεν είχε τίποτα πλέον να ρωτήσει με την πνιγμένη του φωνή.
Ο Ramen στάθηκε από πάνω του και τον κοίταξε για μια στιγμή ακίνητος. Η εικόνα τώρα θύμιζε αγάλματα. Αμέσως μετά από την μικρή αυτή παύση έσκυψε και τράβηξε έξω την ερινύα από τον σβέρκο του νεκρού τώρα Σκουπιδιάρη. Το πτώμα του Σκουπιδιάρη άρχισε να γίνεται μαύρο και να υγροποιείται. Στο τέλος είχε γίνει μια άμορφη, μαύρη, ημι-ρευστή μάζα και άρχισε να εξατμίζεται ώσπου δεν έμεινε κανένα ίχνος του. Ο Σκουπιδιάρης ήταν νεκρός. Ή μάλλον για την ακρίβεια, δεν είχε υπάρξει ποτέ.
Ο Ramen γύρισε στους συντρόφους του, οι οποίοι ήταν πεσμένοι κάτω από το χτύπημα που τους είχε καταφέρει ο ανύπαρκτος τώρα Σκουπιδιάρης.
«Eva! Lix! Μιλήστε μου!». Ήταν τραυματισμένοι και για μια στιγμή λιπόθυμοι, αλλά ζωντανοί.
Η Eva συνήλθε. «Είμαι εντάξει», του είπε με ασθενική φωνή.
«Lix!LIX!», φώναξε ο Ramen.
«Δεν είναι ανάγκη να ακούω και την αγριοφωνάρα σου», ψέλλισε ο Lix. «Είμαι καλά. Θα προσπαθήσω να σηκωθώ.»
Η Eva και ο Lix σηκώθηκαν. Η Eva είχε μια μικρή πληγή στο πίσω μέρος του γοφού της, και ένα μικρό χτύπημα στο μέτωπο. Τίποτα το σοβαρό. Ο Lix, όμως είχε υποδεχθεί τα καμικάζι νύχια του Σκουπιδιάρη στο στομάχι του. Είχε χάσει μεγάλο μέρος από τα εντόσθιά του, αλλά θα επιβίωνε. Τα Μιάσματα ήταν σκληρά πλάσματα και αυτός ήταν από τους πιο σκληρούς. Με την βοήθεια των συντρόφων του έδεσε πρόχειρα το τραύμα στο στομάχι του.
«Χρειάζεσαι οπωσδήποτε έναν Φροντιστή ή μια Περιποιήτρια», είπε η Eva στον Lix. «Αν τα καταφέρουμε μέχρι την Μίζερη Σπορά, θα σε περιποιηθεί η Folie-A-Deux.»
«Πάμε λοιπόν στην Μίζερη Σπορά», πρόσθεσε ο Ramen. «Ελπίζω μόνο να πετύχουμε εκεί την τρελο-μάγισσα».
Όταν ο Lock, η Anima, ο Tremor και ο Barrel έφτασαν στην Μίζερη Σπορά ο ουρανός από πάνω τους ήταν τόσο σκοτεινός που νόμιζες ότι το ουράνιο αυτό χάος ήταν ένα γιγάντιο στόμα που θα κατέβαινε σιγά-σιγά κάτω και θα σε καταβρόχθιζε. Μια καλύβα, σε άθλια χάλια, ίσα-ίσα που ξεχώριζε μπροστά τους. Τρέξανε γρήγορα προς το μέρος της. Κανένα φως μέσα ή έξω δεν προμήνυε ότι κατοικούνταν. Ο Lock έσπρωξε την ετοιμόρροπη πόρτα, η οποία δεν αντιστάθηκε καθόλου, και μπήκαν μέσα. Κοίταξαν τον χώρο γύρω τους. Το εσωτερικό της καλύβας παρέπεμπε σε ψυχωτικό σίριαλ-κίλερ που ήθελε τώρα να ασκητέψει. Κρεμασμένες από την οροφή χιλιάδες ονειροπαγίδες και σκουριασμένες αλυσίδες που κατέληγαν σε μυτερούς γάντζους. Μέσα σε βαζάκια, πάνω σε ράφια που δεν είχαν ξεσκονιστεί ποτέ, μικρά κουκλάκια από αυτά που χρησιμοποιούνται σε βουντού ιεροτελεστίες. Πάνω από ένα σβηστό τζάκι, στον ξεφλουδισμένο τοίχο, δυο λέξεις (με αίμα ήταν αυτό;) γραμμένες. Dementia Praecox. Πρόωρη Άνοια.
«Έχουμε επισκέπτες Deux», μια φωνή πίσω τους, τους έκανε να αναρριγήσουν. «Θέλετε κάτι από μας;»
Στην μισάνοιχτη πόρτα της καλύβας στεκόταν μια όχι και τόσο γερασμένη όσο περίμεναν γυναίκα φορώντας ένα κόκκινο με λουλούδια φόρεμα. Είχε μακριά κόκκινα μαλλιά πολύ περιποιημένα. Σίγουρα δε θύμιζε την τρελο-μάγισσα που περίμεναν να συναντήσουν. Ίσως δεν ήταν αυτή.
«Θέλουμε να δούμε την Folie-A-Deux!», είπε ο Lock. «Ερχόμαστε από την Pavor Nocturnus, μας στέλνει ο Bliek και θέλουμε να μιλήσουμε με την Κυρά της Μίζερης Σποράς.»
«Η Μίζερη Σπορά έχει ΔΥΟ κυρίες και εδώ είναι το σπίτι μας», του απάντησε η γυναίκα με τα κόκκινα μαλλιά.
«Εσείς είστε η Folie-A-Deux;», ρώτησε η Anima.
«Εγώ είμαι η Folie, αγαπητή μου. Η Deux στέκεται δίπλα μου», είπε η γυναίκα με το κόκκινο φόρεμα.
«Μα φυσικά», σκέφτηκε ο Lock. «Αν αυτή η γυναίκα, η μάγισσα, είναι τόσο πολύ βουτηγμένη στην θάλασσα της τρέλας, έχει διχαστεί στα δύο και πιστεύει ότι είναι ΔΥΟ άτομα.»
«Χαίρομαι πολύ που σας γνωρίζουμε επιτέλους και τις ΔΥΟ», είπε ο Lock, προσδοκώντας από τους συντρόφους του να κάνουν την ίδια σκέψη και να μην πουν τίποτα που θα την προσβάλλει.
Μάλλον οι σύντροφοί του έκαναν τον ίδιο συνειρμό γιατί ο Tremor ρώτησε:
«Ποια από εσάς μπορεί να μας βοηθήσει για να πάμε στα Ύδατα της Λήθης;»
«Τι συμβαίνει αγαπητέ μου φίλε;», τον ρώτησε η Folie. «Γιατί πρέπει να πάτε σε μια εξορία σαν κι αυτή; Σίγουρα υποψιαζόμαστε ότι θα πρέπει να υπάρχει πολύ καλός λόγος.»
«Βρέθηκε ένα μωρό των Κυρίων Αποπάνω στην Pavor Nocturnus και πρέπει να δούμε την Nucrecia να μας πει πως μπορούμε να το στείλουμε πίσω», άρχισε να φλυαρεί τσιριχτά ο Barrel. «Μόνο ο Smithereene μπορεί να μας φέρει σε επαφή και γι αυτό…»
«ΕΝΑ ΜΩΡΟ ΣΤΗΝ NULLIA TERRA;!» Η φωνή της μάγισσας τώρα ήταν τρομακτική. Είχε αλλάξει χροιά, είχε γίνει πολύ τραχιά. Και το φόρεμά της. Το φόρεμά της άρχισε να σκουραίνει, να γίνεται μωβ. Τα λουλούδια πάνω εξαφανίζονταν. Τα μαλλιά της γίνονταν ασημένια και έμοιαζε να γερνάει υπερβολικά πολύ και απότομα. «ΜΠΟΡΟΥΜΕ ΝΑ ΚΑΝΟΥΜΕ ΠΟΛΛΑ ΜΕ ΑΥΤΟ ΤΟ ΜΩΡΟ, ΑΔΕΛΦΗ», συνέχισε. «ΘΑ ΤΟΥ ΣΚΙΣΟΥΜΕ ΤΑ ΣΩΘΗΚΑ, ΘΑ ΚΑΝΟΥΜΕ ΜΠΑΝΙΟ ΜΕ ΤΟ ΑΙΜΑ ΤΟΥ ΚΑΙ ΘΑ ΓΙΝΟΥΜΕ ΟΜΟΡΦΕΣ. ΚΙ ΕΣΕΙΣ, ΑΘΛΙΑ ΑΠΟΒΡΑΣΜΑΤΑ ΘΑ ΜΑΣ ΔΕΙΞΕΤΕ ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ!»
«Ηρέμησε αδελφή», η φωνή και τα ρούχα της μάγισσας άλλαξαν ξανά. «Είναι δύσκολο και επικίνδυνο για ένα μωρό των Κυρίων Αποπάνω να μένει στην Nullia Terra. Και για τους δύο κόσμους.»
«ΜΑ ΘΑ ΞΑΝΑΓΙΝΟΥΜΕ ΟΜΟΡΦΕΣ, ΕΥΓΕΝΙΚΗ ΣΚΥΛΑ! ΓΙΑΤΙ ΘΕΣ ΝΑ ΒΟΗΘΗΣΕΙΣ ΕΝΑ ΜΑΤΣΟ ΓΑΜΗΜΕΝΟΥΣ ΕΦΙΑΛΤΕΣ; ΕΜΕΝΑ ΝΑ ΑΚΟΥΣ!»
«Σταμάτα Deux!», είπε με ανεξήγητα γλυκιά φωνή η Folie. «Εγώ θα αποφασίσω τι στάση θα κρατήσουμε. Μη ξεχνάς πόσες φορές σου έχω σώσει την ζωή»
«ΥΠΟΚΡΊΤΡΙΑ ΣΚΥΛΑ! ΕΥΧΟΜΑΙ ΝΑ ΣΑΠΙΣΟΥΝ ΤΑ ΒΥΖΙΑ ΣΟΥ ΚΑΙ ΝΑ ΠΕΣΟΥΝ ΚΑΙ ΝΑ…»
«Σταμάτα επιτέλους», την έκοψε η Folie. Η εμφάνιση και η φωνή της άλλαζαν με μανιακούς ρυθμούς. Οι Εφιάλτες παρατηρούσαν το αλλοπρόσαλλο θέαμα χωρίς να μιλάνε, αποσβολωμένοι. «Σταμάτα γιατί θα σε σβήσω!», είπε τελικά η Folie.
Καμία απάντηση από την Deux. Το φόρεμα παρέμενε κόκκινο και με λουλούδια. Η ίδια παρέμενε νέα και κοκκινομάλλα.
Όταν ήταν σίγουρη ότι δεν θα την διέκοπτε ξανά η αδελφή της, η Folie συνέχισε.
«Θα σας βοηθήσω. Για να τα καταφέρετε όμως, χρειάζεται να κάνετε οτιδήποτε σας πω, χωρίς ερωτήσεις.»
«Είμαστε σύμφωνοι», είπε ο Lock και ήταν σίγουρος ότι είχε μιλήσει εκ μέρους όλων. Αλήθεια, πόσο δύσκολα πια μπορούσαν να είναι αυτά που θα τους ζητούσε;
Παρόλα όσα σκεφτόταν η Λυδία, ότι ο Θάνος δεν θα ερχόταν έγκαιρα στο νοσοκομείο δηλαδή κι ότι θα της συνέβαινε κάτι κακό, ο Θάνος έφτασε εκεί πολύ γρήγορα. Η ίδια είχε πάρει άδεια για το υπόλοιπο της ημέρας και καθόταν σε ένα παγκάκι έξω από το γραφείο των γιατρών σε έναν σχετικά ήσυχο διάδρομο του νοσοκομείου.
Ο Θάνος ξεπρόβαλε στην άκρη του διαδρόμου και την πλησίασε με πολύ γρήγορα βήματα.
«Είσαι καλά μωρό;», πρόλαβε να την ρωτήσει.
«Θάνο, τι μου συμβαίνει;», η Λυδία αντιγύρισε την ερώτησή του.
«Δεν ξέρω, και μένα το πρωινό μου ήταν ιδιαίτερα περίεργο και εξωπραγματικό», είπε σκεπτόμενος τα ποιήματα με ανθοκομικές διαθέσεις που είχαν γράψει οι αντάρτες-επαναστάτες χέρια του. «Πάμε σπίτι μου να παραγγείλουμε κάτι να φάμε και να δούμε τι ΜΑΣ συμβαίνει. Εδώ δεν πρόκειται να βγάλουμε άκρη».
Περνώντας το χέρι πάνω από τον δεξί της ώμο ο Θάνος την βοήθησε να ξεπεράσει για λίγο το σοκ που ένοιωθε και να σηκωθεί. Έφυγαν για το σπίτι του, σαν ξένοιαστοι εραστές που δεν τους απασχολούσε απολύτως τίποτα.
Μετά από πολύ κόπο και προσπάθεια μιας και ο Lix ήταν σοβαρά τραυματισμένος, οι δύο Ντελίριοι (ο Ramen και η Eva) και το Μίασμα (ο Lix), έφτασαν επιτέλους στην Μίζερη Σπορά. Είχε πλέον εξαφανιστεί και το ελάχιστο φως της νύχτας που πρόσφερε το έσω φεγγάρι. Το σκοτάδι είχε φτάσει στο ζενίθ της πυκνότητάς του. Μπορούσες να το κόψεις με μαχαίρι αν προσπαθούσες. Η Μίζερη Σπορά ήταν μια περιοχή με ομορφιά εξορίας ή απομόνωσης. Ένα μέρος που δεν ήθελες να παραμείνεις πολύ και σίγουρα δεν ήταν ΠΟΤΕ στο παραθεριστικό σου πρόγραμμα. Μια τοποθεσία-φάντασμα, μια τρύπα στον χάρτη της Nullia Terra.
«Είναι λάθος», είπε ο Ramen. «Η όλη περιοχή δίνει μια αίσθηση του λάθους, την αίσθηση ότι χαθήκαμε. Δεν το νοιώθετε και εσείς;»
«Αλήθεια και εγώ έτσι αισθάνομαι», συμφώνησε η Eva.
O Lix προτίμησε να παραμείνει σιωπηλός, αλλά η έκφρασή του συμφωνούσε με την άποψη των συντρόφων του.
Στο βάθος μια καλύβα άθλια συντηρημένη ακτινοβολούσε ένα αχνό φως σαν ετοιμοθάνατος φάρος.
«Εκεί πρέπει να μένει η Folie-A-Deux», είπε δείχνοντας με τον δείκτη του την ετοιμόρροπη καλύβα ο Lix. «Εκεί πρέπει να πάμε.»
Προχώρησαν με τις τελευταίες τους δυνάμεις μέχρι την καλύβα όπου έμενε η διχασμένη μάγισσα.
Η κοκκινομάλλα και ευγενική Folie μιλούσε με τέτοια ηρεμία που οι Εφιάλτες ένοιωθαν όπως τα μικρά παιδιά που ακούνε ένα παραμύθι πριν τα πάρει ο ύπνος. Τους εξήγησε γιατί δεν μπορούσε το μωρό των Κυρίων Αποπάνω να μείνει στην Nullia Terra. Διαταρασσόταν τους είπε η ισορροπία των δύο κόσμων. Οι λύσεις ήταν δύο. Ή το μωρό θα επέστρεφε στον κόσμο των Κυρίων Αποπάνω, πράγμα υπερβολικά δύσκολο σύμφωνα με την ίδια, ή θα πέθαινε με το σύνδρομο του αιφνίδιου θανάτου.
«Είστε διατεθειμένοι να σώσετε το μωρό από το σύνδρομο του αιφνίδιου θανάτου;», τους ρώτησε ανοίγοντας τελείως τα μάτια της.
«Ναι!», πετάχτηκε η Anima, προτού προλάβει κανείς άλλος να αρθρώσει λέξη. «Το μωρό πρέπει να ζήσει.»
«Συμφωνείτε και εσείς μαζί της;», ρώτησε τους υπόλοιπους τρεις η Folie.
«Συμφωνούμε», απάντησαν και οι τρεις χωρίς κανέναν δισταγμό.
«Τότε», συνέχισε η ευγενική Folie, «πρέπει να κάνετε τα εξής. Καταρχήν οι Κύριοι Αποπάνω που βρήκαν το μωρό σε αυτήν την κατάσταση πρέπει να μεταβούν…»
Η πόρτα άνοιξε με ένα διαπεραστικό σαν βελόνα τρίξιμο και τρία περιπλανώμενα πλάσματα στον κόσμο της Nullia Terra, το ένα σοβαρά τραυματισμένο όπως φαινόταν και διαφορετικό από τα άλλα δύο, έκαναν την εμφάνισή τους…
Ο Θάνος και η Λυδία ξανάβρισκαν σιγά-σιγά το κουράγιο τους μετά το φαγητό και όσο οι ώρες περνούσαν. Είχαν προτιμήσει να μην μιλήσουν για όσα τους είχαν συμβεί, πριν το βράδυ και πριν να νοιώσουν περισσότερο έτοιμοι για αυτό. Και το βράδυ έφτασε. Και οι δρόμοι της Αθήνας άρχισαν να ησυχάζουν. Και η θερμοκρασία να πέφτει. Και να νοιώθουν έτοιμοι.
Ο Θάνος πήρε μια λευκή κόλλα χαρτί και έκατσε στο μοναδικό τραπεζάκι του σπιτιού του στο σαλόνι. Θυμόταν το ποίημα που είχε γράψει με κάθε λεπτομέρεια (πως μπορούσε να το ξεχάσει, αφού όλη μέρα στριφογύριζε μες στο μυαλό του).
Έγραψε.
«Είσαι μόνη σου Κυρά μου
και δε πας με τα νερά μου
Στο Μπουντρούμι αν θες να φτάσεις
τον θάνατό σου να ξεχάσεις»
«Από την Σπορά στην Αμνησία
ανθίζει μόνο απελπισία
Ένα λουλούδι, σεξ και χάδια
είναι η ντάλια κι είναι χάλια…»
Το έδειξε στην Λυδία, εξηγώντας της, όσο πιο περιγραφικά γινόταν, τον τρόπο με τον οποίο το είχε γράψει. Η Λυδία διαβάζοντάς το αναρρίγησε. Μετά από παύση δευτερολέπτων μίλησε.
«Θυμάμαι έντονα τους τελευταίους στίχους από κάθε στροφή. Αυτοί στριφογύριζαν συνέχεια στο μυαλό μου μέχρι να λιποθυμήσω. Και ιδιαίτερα την στιγμή που εξαφανιζόταν το μωρό. Θάνο, πως γίνεται να εξαφανιστεί ένα βρέφος μέσα από το νοσοκομείο και κανείς να μην θυμάται τίποτα εκτός από εμάς;»
«Ειλικρινά δε ξέρω», της απάντησε ο Θάνος. «Ίσως το ποίημα να είναι κάτι σαν τα προφητικά όνειρα. Κι αυτό είναι που με τρομάζει περισσότερο. Το κομμάτι που λέει να ξεχάσεις τον θάνατό σου.»
Συνέχισαν απλά να κοιτάζουν τους οκτώ στίχους του ποιήματος, αδυνατώντας να λύσουν το γρίφο μπροστά τους, ή έστω να δώσουν μια λογική εξήγηση που θα έσωζε τα λογικά τους. Η αίσθηση του χρόνου χάθηκε. Και κοιτάζοντάς το τα βλέφαρά τους βάρυναν. Ένοιωσαν την ΑΝΑΓΚΗ να κοιμηθούν. Να κοιμηθούν ΧΩΡΙΣ όνειρα. Αδιαφορώντας αν θα ξυπνούσαν ξανά. Και κοιμήθηκαν στην φλοκάτη στο πάτωμα, δίπλα από το μοναδικό τραπεζάκι του σπιτιού του Θάνου στο σαλόνι…
Στην πόρτα της Folie-A-Deux, στέκονταν τρία πλάσματα. Δύο Ντελίριοι κι ένα Μίασμα. Το Μίασμα δε φαινόταν και πολύ καλά.
«Ψάχνουμε την Folie-A-Deux», είπε το πιο ψηλό πλάσμα από τα τρία. «Λέγομαι Ramen και αυτοί εδώ είναι οι σύντροφοί μου, η Eva και ο Lix. Πέσαμε σε ενέδρα Σκουπιδιάρη και ο Lix χρειάζεται βοήθεια.»
«Εμείς είμαστε η Folie-A-Deux», απάντησε μια κοκκινομάλλα γυναίκα με λουλουδωτό φόρεμα. «Φέρτε τον σύντροφό σας να τον δω. Βάλτε τον σε αυτό εδώ το κρεβάτι στην γωνία.»
Ο Ramen μαζί με την Eva μετέφεραν τον (σε άθλια χάλια τώρα) Lix στο κρεβάτι που τους υπόδειξε η κοκκινομάλλα γυναίκα. Είδαν ότι τέσσερις Εφιάλτες ήταν ήδη στην καλύβα της μάγισσας. Προφανώς τους διέκοψαν από κάτι σοβαρό, σκέφτηκε η Eva, βλέποντας μια Εφιάλτη με ανακατεμένα κατάμαυρα μαλλιά να την αγριοκοιτάζει.
Η Folie-A-Deux δεν έχασε καθόλου χρόνο. Άνοιξε ένα ντουλάπι, πήρε βιαστικά τρία διάφανα βαζάκια με υγρό μέσα (ροζ, κόκκινου και μωβ χρώματος αντίστοιχα), και τα ανάμιξε σε ένα μεγαλύτερο κατσαρολάκι. Όταν το μείγμα άρχισε να βγάζει έναν αμυδρό καπνό το έβαλε στη φωτιά. Πέντε λεπτά αργότερα το τράβηξε από την εστία, το στριφογύρισε δυο φορές σαν να το ανακάτευε και τελείως απροειδοποίητα το άδειασε στην κοιλιά του Lix που τώρα είχε χάσει τις αισθήσεις του. Η αντίδραση ήταν δυνατή. Ο Lix μόρφασε μέσα στον λήθαργό του. Η εκτεθειμένη του κοιλιά έμοιαζε να βράζει. Ξαφνικά, όπως είχε ξεκινήσει η αντίδραση, σταμάτησε.
«Θα γίνει καλά», είπε η κοκκινομάλλα μάγισσα. «Χρειάζεται ξεκούραση».
Ο Ramen και η Eva αποτραβήχτηκαν από το κρεβάτι που κειτόταν ο σύντροφός του πλησιάζοντας τους Εφιάλτες που παρακολουθούσαν άφωνοι.
«Δεν ωφελεί να περιμένουμε άλλο», είπε η Folie. «Ίσως χρειαστούν και την πολύτιμη βοήθειά σας αυτοί εδώ οι Εφιάλτες», συνέχισε κοιτώντας τον Ramen. «Είστε πολεμιστές και από ότι καταλαβαίνω δεν θα είναι εύκολο αυτό που θα τους ζητήσω». Στράφηκε στους Εφιάλτες. «Ακούστε με προσεκτικά όλοι τώρα!»
Ο Θάνος και η Λυδία έβλεπαν τον ίδιο εφιάλτη. Έβλεπαν ότι ήταν οι δυο τους φυλακισμένοι σε ένα σιδερένιο κλουβί που κρεμόταν από την άκρη ενός εφιαλτικού γκρεμού, στην μέση μιας φριχτής χαράδρας στο κενό. Δε μπορούσαν να δουν τον πυθμένα του γκρεμού. Ο ίλιγγος που ένοιωθαν, η αίσθηση ότι από στιγμή σε στιγμή θα έπεφταν και θα τους καταβρόχθιζε το κενό τους έκανε να αγκαλιαστούν αφύσικα σφιχτά. Ανέπνεαν γρήγορα δίνοντας την εικόνα του ασυγκράτητου πανικού. Προσπαθούσαν να κλείσουν τα μάτια από το αλλόκοσμο αυτό θέαμα αλλά δεν μπορούσαν. Δάκρυα άρχισαν να τρέχουν ανεξέλεγκτα από τα μάτια τους. Ήθελαν να ξυπνήσουν αλλά ήταν ανίκανοι να το καταφέρουν. Φυσούσε. Ξαφνικά είδαν απέναντι. Στην άλλη άκρη της χαράδρας στεκόταν μια γυναικεία μάλλον φιγούρα. Φορούσε, από όσο έβλεπαν, ένα άσπρο φόρεμα πολύ απλό σαν νυχτικό. Το πρόσωπό της δεν φαινόταν. Το κάλυπταν τα μακριά, ανακατεμένα μαλλιά της κι αυτό την έκανε ακόμα πιο τρομακτική.
«Ω Θεέ μου, η Dalia, ω Θεέ μου, η Dalia, η Dalia (που `ναι χάλια) Θεέ μου!», σκεφτόταν συνεχώς ο Θάνος και έσφιγγε όλο και περισσότερο την Λυδία. Εκείνη έτρεμε τώρα. Η σιλουέτα της γυναίκας, αδιαφορώντας για τον νόμο της βαρύτητας, άρχισε να τους πλησιάζει. Το πρόσωπό της ακόμα δε φαινόταν. Τα μαλλιά της, (αυτά τα κατάμαυρα μαλλιά σαν πλοκάμια της κόλασης), σαν να μάκραιναν και να απλώνονταν προς όλες τις κατευθύνσεις.
«Κλείσε τα μάτια, μην κοιτάς», πρόσταξε ο Θάνος τον ονειρικό του εαυτό, ο οποίος συνέχισε να τον «γράφει» κανονικά. Η Λυδία ένοιωθε ότι θα την πρόδιδε ο σφιγκτήρας της για δεύτερη φορά σήμερα. «Ξύπνα, ξύπνα, ΞΥΠΝΑ!».
«Ακούστε με προσεκτικά όλοι τώρα!». Η κοκκινομάλλα Folie-A-Deux έμοιαζε να βρίσκεται σε κατάσταση υπνωτισμού τώρα. «Οι Κύριοι Αποπάνω που βρήκαν το μωρό σε αυτήν την κατάσταση πρέπει να μεταβούν οπωσδήποτε στην Nullia Terra. Όσοι αναμίχτηκαν σε αυτή την ιστορία πρέπει να μεταβούν στον κόσμο μας. Μόνο με την βοήθειά τους θα τα καταφέρετε. Και για αυτό πρέπει να ΠΕΘΑΝΟΥΝ!».
«Σε τι μας χρησιμεύουν νεκροί;», ρώτησε ο Lock. Οι υπόλοιποι Εφιάλτες και οι δυο Ντελίριοι τον κοίταζαν σαν να μην τον είχαν αντικρύσει ξανά.
«Πρέπει να πεθάνουν στον ΚΟΣΜΟ ΤΟΥΣ, εννοώ», αποκρίθηκε η Folie-A-Deux. «Μόνο έτσι θα περάσουν στον δικό μας».
Παύση. Σιωπή. Ένταση. Απορία. Τελικά ο Barrel έσπασε την ησυχία με την τσιριχτή φωνή του.
«Και ΠΩΣ θα γίνει αυτό; Τι πρέπει να κάνουμε;»
«Η Anima θα το αναλάβει για τους δύο Κυρίους Αποπάνω, τον άνδρα και τις γυναίκα. Εσύ Barrel, θα το αναλάβεις για τους άλλους δύο Κυρίους Αποπάνω, το ζευγάρι», είπε με στόμφο η Folie-A-Deux. Θα φέρετε στην Nullia Terra τους Τέσσερις Ευαγγελιστές που χρειαζόμαστε. Χωρίς αυτούς είναι θέμα χρόνου να εξαϋλωθούν όλα όσα γνωρίζουμε και να περάσουμε στην Λήθη.»
«Ευαγγελιστές; Τι Ευαγγελιστές; Τι σημαίνουν όλα αυτά;», ρώτησε ο Tremor.
«Χρειαζόμαστε τον Αγγελιοφόρο, την Ασπίδα, τον Φθορέα και την Οικοδέσποινα», του αποκρίθηκε ήρεμα η Folie-A-Deux. «Είμαι σίγουροι πως οι εν λόγω Κύριοι Αποπάνω δεν γνωρίζουν την ταυτότητά τους. Θα τους την επισημάνουμε εδώ», πρόσθεσε. «Anima και Barrel, ελάτε μαζί μου. Ο χρόνος μας πιέζει. Ξεκινάμε τώρα!»
Ο Θάνος και η Λυδία δεν μπορούσαν να ξυπνήσουν. Η φιγούρα με τα ανακατεμένα μαύρα μαλλιά τους πλησίαζε διαρκώς…
H Anima είχε περάσει στον κόσμο των ονείρων και άρχισε να κάνει αυτό που ήξερε καλύτερα. Να δημιουργεί εφιάλτες.
Ο Θάνος προσευχόταν. Είχε ανακαλέσει στο μυαλό του από χρόνια μια ξεχασμένη προσευχή.
«Πριν πέσω να πλαγιάσω
Θεέ μου σε παρακαλώ
Να κάνεις να περάσω
Την νύχτα με καλό…»
Η Anima πλησίαζε τα θύματά της με την ευκολία αράχνης που προσεγγίζει την μύγα στον ιστό της. Αντί για ιστός, κλουβί στο κενό…
Η Λυδία ένοιωσε να λιποθυμάει μέσα στον εφιάλτη της…
…στην αγκαλιά του Θάνου…
ΈΡΧΟΜΑΙ…(τους έχω στο χέρι μου…)
Ξύπνα…(δεν πιάνει γαμώτο…)
Αργά τώρα…(τους αρπάζω…)
…χάλια…
Ξαφνικά ο Σκουπιδιάρης επιτέθηκε. Επιτέθηκε σαν παράφρονας που τον έχει τυφλώσει το μίσος. Χωρίς καμία στρατηγική, χωρίς κανέναν αντιπερισπασμό, χωρίς κανένα δείγμα λογικής. Άνοιξε τα χέρια του με τα τεράστια νύχια τους στην διάταση και όρμισε στον Ramen σαν καμικάζι που θέλει να αυτοκτονήσει.
Ο Ramen ήταν έτοιμος για αυτό. Ήξερε ότι οι Σκουπιδιάρηδες είναι ηλίθια στην καλύτερη περίπτωση πλάσματα, που εύκολα τα διακατέχει τυφλό μίσος. Εκείνος όμως, ήταν μαχητής εκ γενετής. Έκανε ένα μεγάλο βήμα πίσω με το δεξί του πόδι ώστε να αποφύγει το θανάσιμο, τυφλό χτύπημα του Σκουπιδιάρη. Ο Σκουπιδιάρης πέρασε με ορμή ελάχιστα χιλιοστά δίπλα του από την δεξιά μεριά. Ο Ramen που είχε ήδη βγάλει την «ερινύα» έξω (ένα φονικό μαχαίρι που είχαν όλοι οι Ντελίριοι μαχητές), το βύθισε στα βρώμικα πλευρά του Σκουπιδιάρη που περνούσε με φόρα από δίπλα του. Ο Σκουπιδιάρης ούρλιαξε, αλλά δεν υπήρχε ίχνος έκπληξης στην κραυγή του. Οι κραυγές του έγιναν πιο τσιριχτές και πιο πολλές. Χωρίς να περιμένει να ολοκληρώσει το ουρλιαχτό του, ο Ramen τράβηξε έξω την ερινύα και την ξαναβύθισε αυτήν την φορά στον σβέρκο του Σκουπιδιάρη. Ένα πηχτό μαυροκόκκινο πράγμα σαν αίμα ανάβλυζε ήδη από το δεξί πλευρό του Σκουπιδιάρη. Με το δεύτερο χτύπημα δημιουργήθηκε ένα μικρό σιντριβάνι στον σβέρκο του Σκουπιδιάρη, ο οποίος έπεσε με το βρώμικο, γλοιώδες πρόσωπό του στο χώμα, παίρνοντας μαζί και την ερινύα του Ramen. Και εκεί έμεινε ακίνητος. Δεν είχε τίποτα πλέον να ρωτήσει με την πνιγμένη του φωνή.
Ο Ramen στάθηκε από πάνω του και τον κοίταξε για μια στιγμή ακίνητος. Η εικόνα τώρα θύμιζε αγάλματα. Αμέσως μετά από την μικρή αυτή παύση έσκυψε και τράβηξε έξω την ερινύα από τον σβέρκο του νεκρού τώρα Σκουπιδιάρη. Το πτώμα του Σκουπιδιάρη άρχισε να γίνεται μαύρο και να υγροποιείται. Στο τέλος είχε γίνει μια άμορφη, μαύρη, ημι-ρευστή μάζα και άρχισε να εξατμίζεται ώσπου δεν έμεινε κανένα ίχνος του. Ο Σκουπιδιάρης ήταν νεκρός. Ή μάλλον για την ακρίβεια, δεν είχε υπάρξει ποτέ.
Ο Ramen γύρισε στους συντρόφους του, οι οποίοι ήταν πεσμένοι κάτω από το χτύπημα που τους είχε καταφέρει ο ανύπαρκτος τώρα Σκουπιδιάρης.
«Eva! Lix! Μιλήστε μου!». Ήταν τραυματισμένοι και για μια στιγμή λιπόθυμοι, αλλά ζωντανοί.
Η Eva συνήλθε. «Είμαι εντάξει», του είπε με ασθενική φωνή.
«Lix!LIX!», φώναξε ο Ramen.
«Δεν είναι ανάγκη να ακούω και την αγριοφωνάρα σου», ψέλλισε ο Lix. «Είμαι καλά. Θα προσπαθήσω να σηκωθώ.»
Η Eva και ο Lix σηκώθηκαν. Η Eva είχε μια μικρή πληγή στο πίσω μέρος του γοφού της, και ένα μικρό χτύπημα στο μέτωπο. Τίποτα το σοβαρό. Ο Lix, όμως είχε υποδεχθεί τα καμικάζι νύχια του Σκουπιδιάρη στο στομάχι του. Είχε χάσει μεγάλο μέρος από τα εντόσθιά του, αλλά θα επιβίωνε. Τα Μιάσματα ήταν σκληρά πλάσματα και αυτός ήταν από τους πιο σκληρούς. Με την βοήθεια των συντρόφων του έδεσε πρόχειρα το τραύμα στο στομάχι του.
«Χρειάζεσαι οπωσδήποτε έναν Φροντιστή ή μια Περιποιήτρια», είπε η Eva στον Lix. «Αν τα καταφέρουμε μέχρι την Μίζερη Σπορά, θα σε περιποιηθεί η Folie-A-Deux.»
«Πάμε λοιπόν στην Μίζερη Σπορά», πρόσθεσε ο Ramen. «Ελπίζω μόνο να πετύχουμε εκεί την τρελο-μάγισσα».
Όταν ο Lock, η Anima, ο Tremor και ο Barrel έφτασαν στην Μίζερη Σπορά ο ουρανός από πάνω τους ήταν τόσο σκοτεινός που νόμιζες ότι το ουράνιο αυτό χάος ήταν ένα γιγάντιο στόμα που θα κατέβαινε σιγά-σιγά κάτω και θα σε καταβρόχθιζε. Μια καλύβα, σε άθλια χάλια, ίσα-ίσα που ξεχώριζε μπροστά τους. Τρέξανε γρήγορα προς το μέρος της. Κανένα φως μέσα ή έξω δεν προμήνυε ότι κατοικούνταν. Ο Lock έσπρωξε την ετοιμόρροπη πόρτα, η οποία δεν αντιστάθηκε καθόλου, και μπήκαν μέσα. Κοίταξαν τον χώρο γύρω τους. Το εσωτερικό της καλύβας παρέπεμπε σε ψυχωτικό σίριαλ-κίλερ που ήθελε τώρα να ασκητέψει. Κρεμασμένες από την οροφή χιλιάδες ονειροπαγίδες και σκουριασμένες αλυσίδες που κατέληγαν σε μυτερούς γάντζους. Μέσα σε βαζάκια, πάνω σε ράφια που δεν είχαν ξεσκονιστεί ποτέ, μικρά κουκλάκια από αυτά που χρησιμοποιούνται σε βουντού ιεροτελεστίες. Πάνω από ένα σβηστό τζάκι, στον ξεφλουδισμένο τοίχο, δυο λέξεις (με αίμα ήταν αυτό;) γραμμένες. Dementia Praecox. Πρόωρη Άνοια.
«Έχουμε επισκέπτες Deux», μια φωνή πίσω τους, τους έκανε να αναρριγήσουν. «Θέλετε κάτι από μας;»
Στην μισάνοιχτη πόρτα της καλύβας στεκόταν μια όχι και τόσο γερασμένη όσο περίμεναν γυναίκα φορώντας ένα κόκκινο με λουλούδια φόρεμα. Είχε μακριά κόκκινα μαλλιά πολύ περιποιημένα. Σίγουρα δε θύμιζε την τρελο-μάγισσα που περίμεναν να συναντήσουν. Ίσως δεν ήταν αυτή.
«Θέλουμε να δούμε την Folie-A-Deux!», είπε ο Lock. «Ερχόμαστε από την Pavor Nocturnus, μας στέλνει ο Bliek και θέλουμε να μιλήσουμε με την Κυρά της Μίζερης Σποράς.»
«Η Μίζερη Σπορά έχει ΔΥΟ κυρίες και εδώ είναι το σπίτι μας», του απάντησε η γυναίκα με τα κόκκινα μαλλιά.
«Εσείς είστε η Folie-A-Deux;», ρώτησε η Anima.
«Εγώ είμαι η Folie, αγαπητή μου. Η Deux στέκεται δίπλα μου», είπε η γυναίκα με το κόκκινο φόρεμα.
«Μα φυσικά», σκέφτηκε ο Lock. «Αν αυτή η γυναίκα, η μάγισσα, είναι τόσο πολύ βουτηγμένη στην θάλασσα της τρέλας, έχει διχαστεί στα δύο και πιστεύει ότι είναι ΔΥΟ άτομα.»
«Χαίρομαι πολύ που σας γνωρίζουμε επιτέλους και τις ΔΥΟ», είπε ο Lock, προσδοκώντας από τους συντρόφους του να κάνουν την ίδια σκέψη και να μην πουν τίποτα που θα την προσβάλλει.
Μάλλον οι σύντροφοί του έκαναν τον ίδιο συνειρμό γιατί ο Tremor ρώτησε:
«Ποια από εσάς μπορεί να μας βοηθήσει για να πάμε στα Ύδατα της Λήθης;»
«Τι συμβαίνει αγαπητέ μου φίλε;», τον ρώτησε η Folie. «Γιατί πρέπει να πάτε σε μια εξορία σαν κι αυτή; Σίγουρα υποψιαζόμαστε ότι θα πρέπει να υπάρχει πολύ καλός λόγος.»
«Βρέθηκε ένα μωρό των Κυρίων Αποπάνω στην Pavor Nocturnus και πρέπει να δούμε την Nucrecia να μας πει πως μπορούμε να το στείλουμε πίσω», άρχισε να φλυαρεί τσιριχτά ο Barrel. «Μόνο ο Smithereene μπορεί να μας φέρει σε επαφή και γι αυτό…»
«ΕΝΑ ΜΩΡΟ ΣΤΗΝ NULLIA TERRA;!» Η φωνή της μάγισσας τώρα ήταν τρομακτική. Είχε αλλάξει χροιά, είχε γίνει πολύ τραχιά. Και το φόρεμά της. Το φόρεμά της άρχισε να σκουραίνει, να γίνεται μωβ. Τα λουλούδια πάνω εξαφανίζονταν. Τα μαλλιά της γίνονταν ασημένια και έμοιαζε να γερνάει υπερβολικά πολύ και απότομα. «ΜΠΟΡΟΥΜΕ ΝΑ ΚΑΝΟΥΜΕ ΠΟΛΛΑ ΜΕ ΑΥΤΟ ΤΟ ΜΩΡΟ, ΑΔΕΛΦΗ», συνέχισε. «ΘΑ ΤΟΥ ΣΚΙΣΟΥΜΕ ΤΑ ΣΩΘΗΚΑ, ΘΑ ΚΑΝΟΥΜΕ ΜΠΑΝΙΟ ΜΕ ΤΟ ΑΙΜΑ ΤΟΥ ΚΑΙ ΘΑ ΓΙΝΟΥΜΕ ΟΜΟΡΦΕΣ. ΚΙ ΕΣΕΙΣ, ΑΘΛΙΑ ΑΠΟΒΡΑΣΜΑΤΑ ΘΑ ΜΑΣ ΔΕΙΞΕΤΕ ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ!»
«Ηρέμησε αδελφή», η φωνή και τα ρούχα της μάγισσας άλλαξαν ξανά. «Είναι δύσκολο και επικίνδυνο για ένα μωρό των Κυρίων Αποπάνω να μένει στην Nullia Terra. Και για τους δύο κόσμους.»
«ΜΑ ΘΑ ΞΑΝΑΓΙΝΟΥΜΕ ΟΜΟΡΦΕΣ, ΕΥΓΕΝΙΚΗ ΣΚΥΛΑ! ΓΙΑΤΙ ΘΕΣ ΝΑ ΒΟΗΘΗΣΕΙΣ ΕΝΑ ΜΑΤΣΟ ΓΑΜΗΜΕΝΟΥΣ ΕΦΙΑΛΤΕΣ; ΕΜΕΝΑ ΝΑ ΑΚΟΥΣ!»
«Σταμάτα Deux!», είπε με ανεξήγητα γλυκιά φωνή η Folie. «Εγώ θα αποφασίσω τι στάση θα κρατήσουμε. Μη ξεχνάς πόσες φορές σου έχω σώσει την ζωή»
«ΥΠΟΚΡΊΤΡΙΑ ΣΚΥΛΑ! ΕΥΧΟΜΑΙ ΝΑ ΣΑΠΙΣΟΥΝ ΤΑ ΒΥΖΙΑ ΣΟΥ ΚΑΙ ΝΑ ΠΕΣΟΥΝ ΚΑΙ ΝΑ…»
«Σταμάτα επιτέλους», την έκοψε η Folie. Η εμφάνιση και η φωνή της άλλαζαν με μανιακούς ρυθμούς. Οι Εφιάλτες παρατηρούσαν το αλλοπρόσαλλο θέαμα χωρίς να μιλάνε, αποσβολωμένοι. «Σταμάτα γιατί θα σε σβήσω!», είπε τελικά η Folie.
Καμία απάντηση από την Deux. Το φόρεμα παρέμενε κόκκινο και με λουλούδια. Η ίδια παρέμενε νέα και κοκκινομάλλα.
Όταν ήταν σίγουρη ότι δεν θα την διέκοπτε ξανά η αδελφή της, η Folie συνέχισε.
«Θα σας βοηθήσω. Για να τα καταφέρετε όμως, χρειάζεται να κάνετε οτιδήποτε σας πω, χωρίς ερωτήσεις.»
«Είμαστε σύμφωνοι», είπε ο Lock και ήταν σίγουρος ότι είχε μιλήσει εκ μέρους όλων. Αλήθεια, πόσο δύσκολα πια μπορούσαν να είναι αυτά που θα τους ζητούσε;
Παρόλα όσα σκεφτόταν η Λυδία, ότι ο Θάνος δεν θα ερχόταν έγκαιρα στο νοσοκομείο δηλαδή κι ότι θα της συνέβαινε κάτι κακό, ο Θάνος έφτασε εκεί πολύ γρήγορα. Η ίδια είχε πάρει άδεια για το υπόλοιπο της ημέρας και καθόταν σε ένα παγκάκι έξω από το γραφείο των γιατρών σε έναν σχετικά ήσυχο διάδρομο του νοσοκομείου.
Ο Θάνος ξεπρόβαλε στην άκρη του διαδρόμου και την πλησίασε με πολύ γρήγορα βήματα.
«Είσαι καλά μωρό;», πρόλαβε να την ρωτήσει.
«Θάνο, τι μου συμβαίνει;», η Λυδία αντιγύρισε την ερώτησή του.
«Δεν ξέρω, και μένα το πρωινό μου ήταν ιδιαίτερα περίεργο και εξωπραγματικό», είπε σκεπτόμενος τα ποιήματα με ανθοκομικές διαθέσεις που είχαν γράψει οι αντάρτες-επαναστάτες χέρια του. «Πάμε σπίτι μου να παραγγείλουμε κάτι να φάμε και να δούμε τι ΜΑΣ συμβαίνει. Εδώ δεν πρόκειται να βγάλουμε άκρη».
Περνώντας το χέρι πάνω από τον δεξί της ώμο ο Θάνος την βοήθησε να ξεπεράσει για λίγο το σοκ που ένοιωθε και να σηκωθεί. Έφυγαν για το σπίτι του, σαν ξένοιαστοι εραστές που δεν τους απασχολούσε απολύτως τίποτα.
Μετά από πολύ κόπο και προσπάθεια μιας και ο Lix ήταν σοβαρά τραυματισμένος, οι δύο Ντελίριοι (ο Ramen και η Eva) και το Μίασμα (ο Lix), έφτασαν επιτέλους στην Μίζερη Σπορά. Είχε πλέον εξαφανιστεί και το ελάχιστο φως της νύχτας που πρόσφερε το έσω φεγγάρι. Το σκοτάδι είχε φτάσει στο ζενίθ της πυκνότητάς του. Μπορούσες να το κόψεις με μαχαίρι αν προσπαθούσες. Η Μίζερη Σπορά ήταν μια περιοχή με ομορφιά εξορίας ή απομόνωσης. Ένα μέρος που δεν ήθελες να παραμείνεις πολύ και σίγουρα δεν ήταν ΠΟΤΕ στο παραθεριστικό σου πρόγραμμα. Μια τοποθεσία-φάντασμα, μια τρύπα στον χάρτη της Nullia Terra.
«Είναι λάθος», είπε ο Ramen. «Η όλη περιοχή δίνει μια αίσθηση του λάθους, την αίσθηση ότι χαθήκαμε. Δεν το νοιώθετε και εσείς;»
«Αλήθεια και εγώ έτσι αισθάνομαι», συμφώνησε η Eva.
O Lix προτίμησε να παραμείνει σιωπηλός, αλλά η έκφρασή του συμφωνούσε με την άποψη των συντρόφων του.
Στο βάθος μια καλύβα άθλια συντηρημένη ακτινοβολούσε ένα αχνό φως σαν ετοιμοθάνατος φάρος.
«Εκεί πρέπει να μένει η Folie-A-Deux», είπε δείχνοντας με τον δείκτη του την ετοιμόρροπη καλύβα ο Lix. «Εκεί πρέπει να πάμε.»
Προχώρησαν με τις τελευταίες τους δυνάμεις μέχρι την καλύβα όπου έμενε η διχασμένη μάγισσα.
Η κοκκινομάλλα και ευγενική Folie μιλούσε με τέτοια ηρεμία που οι Εφιάλτες ένοιωθαν όπως τα μικρά παιδιά που ακούνε ένα παραμύθι πριν τα πάρει ο ύπνος. Τους εξήγησε γιατί δεν μπορούσε το μωρό των Κυρίων Αποπάνω να μείνει στην Nullia Terra. Διαταρασσόταν τους είπε η ισορροπία των δύο κόσμων. Οι λύσεις ήταν δύο. Ή το μωρό θα επέστρεφε στον κόσμο των Κυρίων Αποπάνω, πράγμα υπερβολικά δύσκολο σύμφωνα με την ίδια, ή θα πέθαινε με το σύνδρομο του αιφνίδιου θανάτου.
«Είστε διατεθειμένοι να σώσετε το μωρό από το σύνδρομο του αιφνίδιου θανάτου;», τους ρώτησε ανοίγοντας τελείως τα μάτια της.
«Ναι!», πετάχτηκε η Anima, προτού προλάβει κανείς άλλος να αρθρώσει λέξη. «Το μωρό πρέπει να ζήσει.»
«Συμφωνείτε και εσείς μαζί της;», ρώτησε τους υπόλοιπους τρεις η Folie.
«Συμφωνούμε», απάντησαν και οι τρεις χωρίς κανέναν δισταγμό.
«Τότε», συνέχισε η ευγενική Folie, «πρέπει να κάνετε τα εξής. Καταρχήν οι Κύριοι Αποπάνω που βρήκαν το μωρό σε αυτήν την κατάσταση πρέπει να μεταβούν…»
Η πόρτα άνοιξε με ένα διαπεραστικό σαν βελόνα τρίξιμο και τρία περιπλανώμενα πλάσματα στον κόσμο της Nullia Terra, το ένα σοβαρά τραυματισμένο όπως φαινόταν και διαφορετικό από τα άλλα δύο, έκαναν την εμφάνισή τους…
Ο Θάνος και η Λυδία ξανάβρισκαν σιγά-σιγά το κουράγιο τους μετά το φαγητό και όσο οι ώρες περνούσαν. Είχαν προτιμήσει να μην μιλήσουν για όσα τους είχαν συμβεί, πριν το βράδυ και πριν να νοιώσουν περισσότερο έτοιμοι για αυτό. Και το βράδυ έφτασε. Και οι δρόμοι της Αθήνας άρχισαν να ησυχάζουν. Και η θερμοκρασία να πέφτει. Και να νοιώθουν έτοιμοι.
Ο Θάνος πήρε μια λευκή κόλλα χαρτί και έκατσε στο μοναδικό τραπεζάκι του σπιτιού του στο σαλόνι. Θυμόταν το ποίημα που είχε γράψει με κάθε λεπτομέρεια (πως μπορούσε να το ξεχάσει, αφού όλη μέρα στριφογύριζε μες στο μυαλό του).
Έγραψε.
«Είσαι μόνη σου Κυρά μου
και δε πας με τα νερά μου
Στο Μπουντρούμι αν θες να φτάσεις
τον θάνατό σου να ξεχάσεις»
«Από την Σπορά στην Αμνησία
ανθίζει μόνο απελπισία
Ένα λουλούδι, σεξ και χάδια
είναι η ντάλια κι είναι χάλια…»
Το έδειξε στην Λυδία, εξηγώντας της, όσο πιο περιγραφικά γινόταν, τον τρόπο με τον οποίο το είχε γράψει. Η Λυδία διαβάζοντάς το αναρρίγησε. Μετά από παύση δευτερολέπτων μίλησε.
«Θυμάμαι έντονα τους τελευταίους στίχους από κάθε στροφή. Αυτοί στριφογύριζαν συνέχεια στο μυαλό μου μέχρι να λιποθυμήσω. Και ιδιαίτερα την στιγμή που εξαφανιζόταν το μωρό. Θάνο, πως γίνεται να εξαφανιστεί ένα βρέφος μέσα από το νοσοκομείο και κανείς να μην θυμάται τίποτα εκτός από εμάς;»
«Ειλικρινά δε ξέρω», της απάντησε ο Θάνος. «Ίσως το ποίημα να είναι κάτι σαν τα προφητικά όνειρα. Κι αυτό είναι που με τρομάζει περισσότερο. Το κομμάτι που λέει να ξεχάσεις τον θάνατό σου.»
Συνέχισαν απλά να κοιτάζουν τους οκτώ στίχους του ποιήματος, αδυνατώντας να λύσουν το γρίφο μπροστά τους, ή έστω να δώσουν μια λογική εξήγηση που θα έσωζε τα λογικά τους. Η αίσθηση του χρόνου χάθηκε. Και κοιτάζοντάς το τα βλέφαρά τους βάρυναν. Ένοιωσαν την ΑΝΑΓΚΗ να κοιμηθούν. Να κοιμηθούν ΧΩΡΙΣ όνειρα. Αδιαφορώντας αν θα ξυπνούσαν ξανά. Και κοιμήθηκαν στην φλοκάτη στο πάτωμα, δίπλα από το μοναδικό τραπεζάκι του σπιτιού του Θάνου στο σαλόνι…
Στην πόρτα της Folie-A-Deux, στέκονταν τρία πλάσματα. Δύο Ντελίριοι κι ένα Μίασμα. Το Μίασμα δε φαινόταν και πολύ καλά.
«Ψάχνουμε την Folie-A-Deux», είπε το πιο ψηλό πλάσμα από τα τρία. «Λέγομαι Ramen και αυτοί εδώ είναι οι σύντροφοί μου, η Eva και ο Lix. Πέσαμε σε ενέδρα Σκουπιδιάρη και ο Lix χρειάζεται βοήθεια.»
«Εμείς είμαστε η Folie-A-Deux», απάντησε μια κοκκινομάλλα γυναίκα με λουλουδωτό φόρεμα. «Φέρτε τον σύντροφό σας να τον δω. Βάλτε τον σε αυτό εδώ το κρεβάτι στην γωνία.»
Ο Ramen μαζί με την Eva μετέφεραν τον (σε άθλια χάλια τώρα) Lix στο κρεβάτι που τους υπόδειξε η κοκκινομάλλα γυναίκα. Είδαν ότι τέσσερις Εφιάλτες ήταν ήδη στην καλύβα της μάγισσας. Προφανώς τους διέκοψαν από κάτι σοβαρό, σκέφτηκε η Eva, βλέποντας μια Εφιάλτη με ανακατεμένα κατάμαυρα μαλλιά να την αγριοκοιτάζει.
Η Folie-A-Deux δεν έχασε καθόλου χρόνο. Άνοιξε ένα ντουλάπι, πήρε βιαστικά τρία διάφανα βαζάκια με υγρό μέσα (ροζ, κόκκινου και μωβ χρώματος αντίστοιχα), και τα ανάμιξε σε ένα μεγαλύτερο κατσαρολάκι. Όταν το μείγμα άρχισε να βγάζει έναν αμυδρό καπνό το έβαλε στη φωτιά. Πέντε λεπτά αργότερα το τράβηξε από την εστία, το στριφογύρισε δυο φορές σαν να το ανακάτευε και τελείως απροειδοποίητα το άδειασε στην κοιλιά του Lix που τώρα είχε χάσει τις αισθήσεις του. Η αντίδραση ήταν δυνατή. Ο Lix μόρφασε μέσα στον λήθαργό του. Η εκτεθειμένη του κοιλιά έμοιαζε να βράζει. Ξαφνικά, όπως είχε ξεκινήσει η αντίδραση, σταμάτησε.
«Θα γίνει καλά», είπε η κοκκινομάλλα μάγισσα. «Χρειάζεται ξεκούραση».
Ο Ramen και η Eva αποτραβήχτηκαν από το κρεβάτι που κειτόταν ο σύντροφός του πλησιάζοντας τους Εφιάλτες που παρακολουθούσαν άφωνοι.
«Δεν ωφελεί να περιμένουμε άλλο», είπε η Folie. «Ίσως χρειαστούν και την πολύτιμη βοήθειά σας αυτοί εδώ οι Εφιάλτες», συνέχισε κοιτώντας τον Ramen. «Είστε πολεμιστές και από ότι καταλαβαίνω δεν θα είναι εύκολο αυτό που θα τους ζητήσω». Στράφηκε στους Εφιάλτες. «Ακούστε με προσεκτικά όλοι τώρα!»
Ο Θάνος και η Λυδία έβλεπαν τον ίδιο εφιάλτη. Έβλεπαν ότι ήταν οι δυο τους φυλακισμένοι σε ένα σιδερένιο κλουβί που κρεμόταν από την άκρη ενός εφιαλτικού γκρεμού, στην μέση μιας φριχτής χαράδρας στο κενό. Δε μπορούσαν να δουν τον πυθμένα του γκρεμού. Ο ίλιγγος που ένοιωθαν, η αίσθηση ότι από στιγμή σε στιγμή θα έπεφταν και θα τους καταβρόχθιζε το κενό τους έκανε να αγκαλιαστούν αφύσικα σφιχτά. Ανέπνεαν γρήγορα δίνοντας την εικόνα του ασυγκράτητου πανικού. Προσπαθούσαν να κλείσουν τα μάτια από το αλλόκοσμο αυτό θέαμα αλλά δεν μπορούσαν. Δάκρυα άρχισαν να τρέχουν ανεξέλεγκτα από τα μάτια τους. Ήθελαν να ξυπνήσουν αλλά ήταν ανίκανοι να το καταφέρουν. Φυσούσε. Ξαφνικά είδαν απέναντι. Στην άλλη άκρη της χαράδρας στεκόταν μια γυναικεία μάλλον φιγούρα. Φορούσε, από όσο έβλεπαν, ένα άσπρο φόρεμα πολύ απλό σαν νυχτικό. Το πρόσωπό της δεν φαινόταν. Το κάλυπταν τα μακριά, ανακατεμένα μαλλιά της κι αυτό την έκανε ακόμα πιο τρομακτική.
«Ω Θεέ μου, η Dalia, ω Θεέ μου, η Dalia, η Dalia (που `ναι χάλια) Θεέ μου!», σκεφτόταν συνεχώς ο Θάνος και έσφιγγε όλο και περισσότερο την Λυδία. Εκείνη έτρεμε τώρα. Η σιλουέτα της γυναίκας, αδιαφορώντας για τον νόμο της βαρύτητας, άρχισε να τους πλησιάζει. Το πρόσωπό της ακόμα δε φαινόταν. Τα μαλλιά της, (αυτά τα κατάμαυρα μαλλιά σαν πλοκάμια της κόλασης), σαν να μάκραιναν και να απλώνονταν προς όλες τις κατευθύνσεις.
«Κλείσε τα μάτια, μην κοιτάς», πρόσταξε ο Θάνος τον ονειρικό του εαυτό, ο οποίος συνέχισε να τον «γράφει» κανονικά. Η Λυδία ένοιωθε ότι θα την πρόδιδε ο σφιγκτήρας της για δεύτερη φορά σήμερα. «Ξύπνα, ξύπνα, ΞΥΠΝΑ!».
«Ακούστε με προσεκτικά όλοι τώρα!». Η κοκκινομάλλα Folie-A-Deux έμοιαζε να βρίσκεται σε κατάσταση υπνωτισμού τώρα. «Οι Κύριοι Αποπάνω που βρήκαν το μωρό σε αυτήν την κατάσταση πρέπει να μεταβούν οπωσδήποτε στην Nullia Terra. Όσοι αναμίχτηκαν σε αυτή την ιστορία πρέπει να μεταβούν στον κόσμο μας. Μόνο με την βοήθειά τους θα τα καταφέρετε. Και για αυτό πρέπει να ΠΕΘΑΝΟΥΝ!».
«Σε τι μας χρησιμεύουν νεκροί;», ρώτησε ο Lock. Οι υπόλοιποι Εφιάλτες και οι δυο Ντελίριοι τον κοίταζαν σαν να μην τον είχαν αντικρύσει ξανά.
«Πρέπει να πεθάνουν στον ΚΟΣΜΟ ΤΟΥΣ, εννοώ», αποκρίθηκε η Folie-A-Deux. «Μόνο έτσι θα περάσουν στον δικό μας».
Παύση. Σιωπή. Ένταση. Απορία. Τελικά ο Barrel έσπασε την ησυχία με την τσιριχτή φωνή του.
«Και ΠΩΣ θα γίνει αυτό; Τι πρέπει να κάνουμε;»
«Η Anima θα το αναλάβει για τους δύο Κυρίους Αποπάνω, τον άνδρα και τις γυναίκα. Εσύ Barrel, θα το αναλάβεις για τους άλλους δύο Κυρίους Αποπάνω, το ζευγάρι», είπε με στόμφο η Folie-A-Deux. Θα φέρετε στην Nullia Terra τους Τέσσερις Ευαγγελιστές που χρειαζόμαστε. Χωρίς αυτούς είναι θέμα χρόνου να εξαϋλωθούν όλα όσα γνωρίζουμε και να περάσουμε στην Λήθη.»
«Ευαγγελιστές; Τι Ευαγγελιστές; Τι σημαίνουν όλα αυτά;», ρώτησε ο Tremor.
«Χρειαζόμαστε τον Αγγελιοφόρο, την Ασπίδα, τον Φθορέα και την Οικοδέσποινα», του αποκρίθηκε ήρεμα η Folie-A-Deux. «Είμαι σίγουροι πως οι εν λόγω Κύριοι Αποπάνω δεν γνωρίζουν την ταυτότητά τους. Θα τους την επισημάνουμε εδώ», πρόσθεσε. «Anima και Barrel, ελάτε μαζί μου. Ο χρόνος μας πιέζει. Ξεκινάμε τώρα!»
Ο Θάνος και η Λυδία δεν μπορούσαν να ξυπνήσουν. Η φιγούρα με τα ανακατεμένα μαύρα μαλλιά τους πλησίαζε διαρκώς…
H Anima είχε περάσει στον κόσμο των ονείρων και άρχισε να κάνει αυτό που ήξερε καλύτερα. Να δημιουργεί εφιάλτες.
Ο Θάνος προσευχόταν. Είχε ανακαλέσει στο μυαλό του από χρόνια μια ξεχασμένη προσευχή.
«Πριν πέσω να πλαγιάσω
Θεέ μου σε παρακαλώ
Να κάνεις να περάσω
Την νύχτα με καλό…»
Η Anima πλησίαζε τα θύματά της με την ευκολία αράχνης που προσεγγίζει την μύγα στον ιστό της. Αντί για ιστός, κλουβί στο κενό…
Η Λυδία ένοιωσε να λιποθυμάει μέσα στον εφιάλτη της…
…στην αγκαλιά του Θάνου…
ΈΡΧΟΜΑΙ…(τους έχω στο χέρι μου…)
Ξύπνα…(δεν πιάνει γαμώτο…)
Αργά τώρα…(τους αρπάζω…)
…χάλια…

0 αποπειρες πνευματικης αυτοκτονιας:
Δημοσίευση σχολίου